ΕΝΑ ΠΡΕΒΕΖΑΝΙΚΟ ΠΟΛΕΟΓΡΑΦΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ

Ο δημόσιος χώρος της πόλης ως μουσειογραφικό παλίμψηστο της ιστορίας της

Τον τελευταίο καιρό αναδύθηκε στη δημόσια συζήτηση η ανάγκη για την ίδρυση και στέγαση ενός πρεβεζάνικου μουσείου της πόλης. Σαν πρόσφατη αναφορά στο ζήτημα μπορούμε να υπενθυμίσουμε την εισήγηση του Κ. Λογοθέτη, τη βραδιά του εορτασμού των δεκαπεντάχρονων του Πολιτιστικού Συλλόγου “Πρέβεζα” (11 Αυγούστου 2011). Σύμφωνα με τα λόγια του ομιλητή, προέδρου του Συλλόγου, η πόλη είναι “άστεγη”, αφού απουσιάζει από το χώρο της ένας μουσειογραφικός φορέας που θα αναδείξει και θα απαθανατίσει το παρελθόν της. Ο ίδιος, μάλιστα, προτείνει την αλλαγή χρήσης της Πινακοθήκης που στεγάζεται στο κτήριο Αθανασιάδη (Πανδοχείο Πατίκου) και τη μετατροπή της σε μουσείο της πόλης.
Σκοπός του παρόντος σημειώματος είναι να συμβάλει στη συζήτηση με τοποθετήσεις σχετικές με τη σύγχρονη “πολεογραφική” μουσειογραφία που θα προσεγγισθεί ως “αναπαράσταση”, “αφήγηση” και “διδασκαλία” της Ιστορίας, της “ιστορίας της πόλης” και, μάλιστα, της ίδιας της πόλης. Ναι, το μουσείο της Πρέβεζας (θα εξηγήσουμε πιο κάτω γιατί χρησιμοποιούμε τον όρο “πολεογραφικό), μπορεί και πρέπει να “διδάξει την πόλη”. Όχι να μας θυμίσει νοσταλγικά, το παρελθόν της, με τα διάφορα ευρήματα από παλιά πρεβεζάνικα σπίτια, αλλά να μας δασκαλέψει υπεύθυνα για το μέλλον της.
Παρότι η πόλη –και μόνο αυτή– είναι κέντρο παραγωγής και επισημοποίησης της Ιστορίας, η ιστορία του ίδιου του αστικού χώρου δεν προσλαμβάνει την ίδια σημασία ούτε την ίδια διάσταση στις διάφορες χώρες. Και μάλιστα οι χρονολογίες που μας παραπέμπουν στις απαρχές της “ιστορίας της ιστορίας των πόλεων” είναι τόσο πρόσφατες, μόλις στη δεκαετία του 1960. Συμπίπτουν με τις χρονολογίες κυκλοφορίας δύο θεμελιωδών βιβλίων, του H.J. Dyos, το 1961 στην Αγγλία και του St. Thernstrom, το 1964 στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο τελευταίος προήγαγε τη “Νέα Αστική Ιστορία”, που γεννήθηκε χάρη στην ιστορία της μικρής πόλης Νιούμπιουρυ-Πορτ στην πολιτεία της Μασαχουσέτης με την υποδειγματική μελέτη της κοινωνικής κινητικότητας και της οικονομικής ταχτοποίησης των εργατών της. Σε πρεβεζάνικους όρους, η εγκατάσταση και η ταχτοποίηση των Λευκαδιτών και των Συρρακιωτών στην Πρέβεζα, είναι προφανώς σημαντικά στοιχεία ενός πρεβεζάνικου ιστορικού και μουσειογραφικού θεματολογίου.
Είναι βέβαια γνωστό πως πάντα, στις διάφορες χώρες, όπως και στην Ελλάδα, υπήρχαν “ιστορίες των πόλεων” πολύ πιο πριν από τις χρονολογίες που αναφέρουμε εδώ. Ωστόσο, κατά τη δεκαετία της δεκαετίας του ’60, στην Αγγλία, προσδιορίστηκε σοβαρά η θεματολογία της ιστορίας της πόλης. Αυτή συμπεριλαμβάνει, μεταξύ άλλων, πολυάριθμα θέματα ανάγνωσης του “δημόσιου χώρου”:

κατοικία, οικοδομή, χρήση και ιδιοκτησία εδάφους, μεταφορές, δημοτική διοίκηση, οικονομική διαχείριση, δημοτική πολιτική, υγεία, υγιεινή, εφοδιασμός, πληθυσμός, οικογένεια, κοινωνικές τάξεις, ελίτ, υποκουλτούρες, εγκλήματα, συγκρούσεις, διαδηλώσεις, φιλανθρωπία, ευημερία, αρχιτεκτονική, οργάνωση του χώρου, ανάγκη εξεύρεσης χώρου, αισθητική ποιότητα της πόλης, ευκαιρίες πλουτισμού, εμπορο-βιομηχανική οργάνωση κ.λπ.

Το ιστορικό αυτό θεματολόγιο, που το θεωρούμε και μουσειογραφικό, εκπλήσσει, βέβαια, κάποιον που αναγνωρίζει ως ιστορία, για παράδειγμα, του τόπου που γεννήθηκε ή μεγάλωσε, τα ενδεχόμενα νεολιθικά ευρήματα της περιοχής, τα πιθανά αρχαία ερείπια κοντά στην πόλη, τα βυζαντινά μοναστήρια του νομού, τη σχέση του πληθυσμού με την επανάσταση του 1821 και την “απελευθέρωση” ή ακόμα τη μεγάλη αναταραχή του (ένοπλου) εμφύλιου πολέμου και, σε κάποιο βαθμό, τα προβλήματα της μεταπολεμικής αποδημίας (μετανάστευσης). Τέτοια ζητήματα έχουν βέβαια αναμφισβήτητο ιστοριογραφικό και μουσειογραφικό (αναπαραστατικό) ενδιαφέρον για μια “τοπική ιστορία” αλλά αποσυνδέουν το “ιστορικό” και το “μουσειακό” από τον ζωντανό και σφύζοντα δημόσιο κοινωνικό χωρόχρονο της πόλης. Είναι σαν να αναζητούμε στον απώτερο χρόνο και τον απόμακρο χώρο “εύσημα” που θα αποδείξουν την αξία της πόλης για να την αναδείξουν τουριστικά. Στην Πρέβεζα, οι οδομαχίες που οδήγησαν στην τραγωδία της Παργινόσκαλας (1944), αναδεικνύουν ζωντανά και αιματηρά το δημόσιο χώρο της πόλης ως μουσειογραφικό παλίμψηστο της ιστορίας της.

[Λεζάντα της εικόνας αριστερά: Στο πολεογραφικό μουσείο θα δούμε και τις “οδωνυμικές” περιπέτειες της πόλης. Τέτοια εκθέματα διαδοχικών μετονομασιών οδών θα μπορούσαν να κοσμούν και τους δρόμους του κέντρου, βγάζοντας το μουσείο στο δρόμο.]

Μέσα ακριβώς στο ιδεολογικό πλαίσιο για το οποίο κάνουμε λόγο στις προηγούμενες παραγράφους, στον αγγλόφωνο χώρο, οι ιστορικές έρευνες με αντικείμενο τις πόλεις θεωρούνται ότι προήλθαν από ή υπήρξαν σαφώς συνδεδεμένες με ιστορικούς που ανήκαν στην Νέα Αριστερά. Αυτό σημαίνει και το εξής: Ένα πλαίσιο εκπαιδευτικής πολιτικής ή μουσειογραφικής παράδοσης που ευνοεί, για παράδειγμα, την κρατική (“εθνική”) ή την αρχαία ιστορία σε βάρος, π.χ., της πραγματικής ιστορίας των πόλεων ή της ιστορίας σημαντικών μερίδων ενός αστικού πληθυσμού (όπως οι εργάτες και οι μετανάστες που παράγουν την πόλη και τον πλούτο της) οδηγεί και στο εξής παράδοξο: η μεν κυρίαρχη αρχαιο-κρατικοκεντρική μουσειογραφική αντίληψη συμβαίνει να θεωρείται ως ουδέτερη και αντικειμενική, ενώ η ευρύτερη άποψη αναφέρεται ως ιδεολογικά και πολιτικά αποκλίνουσα.
Η αντίληψη, δηλαδή, που επικρατούσε μέχρι πρόσφατα ήταν η εξής: Η παραγωγή ενός τόπου (δηλαδή η χωρική ιστορία του), που είναι ένα καθαρά ιστορικό – διαλεκτικό φαινόμενο ταξικής πάλης που εξελίσσεται χρονικά πάνω στο χώρο, είναι ένα “γεγονός” που δεν αρκεί(;) από μόνο του για να επιτρέψει να ιστοριογραφηθεί ο τόπος αυτός. Για να είναι αυτός άξιος ιστορίας, πιστευόταν ότι έπρεπε να απογραφούν, να καταγραφούν και να περιγραφούν κάποια ιδιαίτερα ή εντυπωσιακά γεγονότα και ευρήματα, σε μεγάλο χρονικό βάθος, γύρω από τον τόπο ή σχετικά με αξιομνημόνευτα πρόσωπα, ώστε αυτός να αποκτήσει πραγματικά ιστορικά δικαιώματα, χάρη στο εικονικό πλαίσιο και τον τεχνητό πυρήνα! Μια ωραία μυθιστορηματική απεικόνιση αυτού του ιστοριογραφικού ιδεώδους συναντούμε στο βιβλίο της Ευγενίας Φακίνου με τίτλο «Ποιος σκότωσε τον Μόμπι Ντικ;», όπου ένας αθηναίος συγγραφέας αναλαμβάνει –με τη σχετική αμοιβή– να ανασυνθέσει, δηλαδή να επινοήσει και να αφηγηθεί την τοπική ιστορία της μικρής πόλης.

Για τη σημασία της «πολεογραφίας»

Την τελευταία δεκαετία μας δόθηκε η ευκαιρία να παρακολουθήσουμε από κοντά την ίδρυση και τη λειτουργία του μουσείου της πόλης του Λουξεμβούργου και να παρουσιάσουμε στο διεθνές συνέδριο Συγκριτικής Ιστορίας των Ευρωπαϊκών Πόλεων (Στοκχόλμη, 2006) τα συμπεράσματά μας. Με πρωτοβουλία μας, άλλωστε, παραβάλαμε την περιγραφή του λουξεμβουργέζικου μουσείου με τη “λειτουργία” ενός πολιτιστικού περιοδικού (“L’effet du Luxembourg”) που με τα αφιερώματα του σε ζητήματα “ιστορίας της πόλης” διατύπωνε, την ίδια περίοδο, διεπιστημονικές προτάσεις μελέτης της “αναπαράστασης”, της “αφήγησης” και της “διδασκαλίας” της πόλης, δηλαδή “πολεογραφίας”.
Η “πολεογραφία”, που χρησιμοποιούμε και στον τίτλο του άρθρου μας όπου μιλούμε για “πολεογραφικό” μουσείο, είναι ένας διεθνής επιστημονικός όρος με προφανή ελληνική ετυμολογία. Ωστόσο δεν απαντά στην ελληνική βιβλιογραφία, ίσως επειδή στα αγγλικά δεν χρησιμοποιείται σωστά. Χρησιμοποιείται πάντως στα ιταλικά, τα ισπανικά, τα γαλλικά, τα ρωσικά και άλλες γλώσσες. Σε αναφορά με την έννοια της πόλης, η γλώσσα μας έχει παγιδευτεί στον όρο “αστικός” που είναι αμφίσημος, με κοινωνικό ταξικό νόημα (μπουρζουαζία) και γεωγραφικό (πόλη). Κατά τη γνώμη μας, το επίθετο “πολεογραφικό”, για τον προσδιορισμό του μουσείου της πόλης, αποτελεί μια καινοτόμο λύση. Μοιάζει η λέξη με παραπλήσιους και πολύ ζωντανούς σχετικούς όρους τέτοιους όπως στο “αρχαιολογικό μουσείο” και το “λαογραφικό μουσείο”. Άλλωστε το πολεογραφικό μουσείο μας θα έχει και λαογραφικό και αρχαιολογικό περιεχόμενο (σχετικό με νεότερα εμπορικά και βιομηχανικά ευρήματα).
Η “πολεογραφία” υπονοεί τον ευρύ διεπιστημονικό χαρακτήρα που πρέπει να έχει μια επιτυχημένη μουσειογραφική προσπάθεια. Αυτή θα είναι σύμφωνη με το πνεύμα πολυάριθμων πρόσφατων ελληνικών πολεογραφικών ερευνών που έχουν δημοσιευθεί, όπως από τα συνέδρια της Εταιρείας Μελέτης Νέου Ελληνισμού (εκδόσεις 1985 και 2000) και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Αστικής Ιστορίας (2005) που προσεγγίζουν πολεογραφικά (και όχι εθνικά-κρατικά) την ιστορική άρα και μουσειογραφική ουσία της πόλης. Εξάλλου πολυάριθμα πρεβεζάνικα πολεογραφικά κείμενα (Αυδίκος, Ζιώγας, Καρζής, Μουστάκης, Πρεβεζάνικα Χρονικά, Πρακτικά από το Συνέδριο “Ακτίας Νικόπολης” και άλλα), αν αναγνωσθούν με μουσειογραφικό ενδιαφέρον, θα μας κατευθύνουν προς την επιλογή του παραστατικού υλικού που επιθυμούμε να χρησιμοποιήσουμε για την “αναπαράσταση”, την “αφήγηση” και τη “διδασκαλία” της πόλης μας.

Γιάννης Ρέντζος, από Φόρουμ Πρέβεζας – 5 Οκτωβρίου 2011

Advertisements
This entry was posted in πολεότητα, πολεογραφία, πολεογραφικό μουσείο, πολεοδομία, πολιτισμός, Δημόσιος Χώρος, Ιστορία, εσωτερική γεωπολική, εκπαίδευση, λαϊκό κίνημα and tagged , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s