ΙΕΡΟΔΟΥΛΕΣ, ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΤΕΣ ΚΑΙ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΕΣ …

 

… στο πρεβεζάνικο πρωτοδικείο

LaverΠριν λίγες μέρες «επισκέφτηκα» το δικαστήριο. Ήταν μια αναπάντεχη δίκη για ζητήματα του Δήμου και κλήθηκα ως μάρτυρας για ένα θέμα που είχα φέρει στο Δημοτικό Συμβούλιο ως εκπρόσωπος της δημοτικής μας παράταξης. Ενάγων ήταν συνδημότης μας που θεώρησε ότι εθίγη από την τοποθέτηση δημοτικού ιθύνοντος, που είχε απαντήσει στην ερώτηση, που είχα υποβάλει «προ διαδικασίας». Εξάλλου, τώρα που εντείνεται στην πόλη μας η παρουσία και η επαγγελματική προβολή καλλιτέχνιδων και εργατριών συναφών καθηκόντων, μπορούμε να αναφερθούμε σε σχετικά ζητήματα.

Είχα πολλά χρόνια να δω τη μεγάλη αίθουσα των συνεδριάσεων και τη θυμήθηκα όπως ήταν από παλιά. Μου έφερε μάλιστα στο νου την πρώτη φορά που είχα παρακολουθήσει δίκη εκεί, δύο μάλιστα, με συνθήκες που θα σας πω πιο κάτω. Να πω βέβαια πως με εντυπωσίασε η τόσο επιμελημένη εμφάνιση των δικηγόρων ‒όλοι κουστουμαρισμένοι και γραβατωμένοι‒ παρά τις τόσες ενδυματολογικές αλλαγές, που έχουν σημειωθεί στην κοινωνία (και το κράτος, από τους εκπροσώπους της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας). Βέβαια, δεν το βρίσκω υπερβολικό το ντύσιμό τους, αφού ξέρουμε πως σε άλλες χώρες, οι λειτουργοί της Θέμιδος φορούν κατά τη διεξαγωγή της δίκης τήβεννο, συνήθως ριχτή, πάνω από το κοστούμι τους.

Μου δίνεται η ευκαιρία, λοιπόν, σήμερα να αφηγηθώ, όπως τα θυμάμαι, την πρώτη δίκη που παρακολουθήσαμε ως μαθητές του λυκείου (των τελευταίων τάξεων του τότε εξαταξίου γυμνασίου, δηλαδή) και τις συνθήκες υπό τις οποίες βρεθήκαμε εμείς, ανήλικοι ακόμα, στο Δικαστήριο.

Τι είχε γίνει; Ένας συμμαθητής μας, σε διαπληκτισμό με τον καθηγητή των θρησκευτικών Απόστολο Γλένη, ένα ήρεμο και ταπεινό Λευκαδίτη, (που, μερικές φορές, μπορεί, απλά, να «τα έπαιρνε στο κρανίο»), είχε χαρακτηρίσει τον καθηγητή του και προσωρινό διευθυντή του γυμνασίου, εις επήκοον και άλλων, «κομμουνιστή». Τότε ‒μιλάμε για τέλος δεκαετίας 1950-60‒ αυτό αποτελούσε μια επικίνδυνη κατάσταση, αφού δεν υπήρχε νόμιμο κομμουνιστικό κόμμα στη χώρα, ενώ οι θεωρούμενοι ή οι κατηγορούμενοι ως κομμουνιστές υφίσταντο διωγμούς. Πολύ περισσότερο όσοι υπηρετούσαν ως δημόσιοι υπάλληλοι. Με τέτοιο χαρακτηρισμό άλλωστε είχε απολυθεί ο Γλένης μαζί με τη συνάδελφό του Διονυσία Σαββοπούλου-Ρέντζου, τη μάνα μου, αλλά επανήλθαν και οι δύο αργότερα χάρη στη μελέτη του φακέλου τους, που έγινε με παρέμβαση του βουλευτή Πρέβεζας – Λευκάδας Κωνσταντίνου Καλκάνη, πολιτικού της Δεξιάς, που θεωρούνταν πολύ δημοκρατικός και υπερκομματικός άνθρωπος. Να πω επίσης για το μαθητή, που αμέσως μετά έγινε αστυνομικός, πως μου φαινόταν ένα συναισθηματικό και φιλότιμο παιδί, αλλά, επειδή ήταν σε άλλο τμήμα, δεν τον ήξερα καλά, ούτε κάτι άλλο σχετικό.

Έτσι καθώς είχαν τα πράγματα, ο Γλένης ήταν υποχρεωμένος να μην αφήσει να αιωρείται ο πολιτικός χαρακτηρισμός για το πρόσωπό του (αφού, όπως είπαμε, ήταν παράνομη η συμμετοχή πολιτών και μάλιστα δημοσίων υπαλλήλων σε κομμουνιστικό φορέα) και να καταθέσει μήνυση εναντίον του προσώπου που την απεύθυνε, ώστε να διαλευκανθεί ενώπιον ακροατηρίου το ζήτημα. Όπως και έγινε, ενώ, σε μερικούς μήνες, είχε καθοριστεί και η ημερομηνία της δίκης.

Εξάλλου ο Γυμνασιάρχης (Γρηγόριος Τζουμάκας, που είχε τοποθετηθεί στο μεταξύ στην κενή από καιρό θέση) θεώρησε σκόπιμο να υποδείξει στους μαθητές της τελευταίας τάξης (και σε όποιον άλλο ήθελε, αλλά με άδειά του) να παρακολουθήσει τη δίκη, για συμπαράσταση στον καθηγητή και πρώην διευθύνοντα αλλά και σαν ευκαιρία, ίσως, «αγωγής του πολίτη». Έτσι, πριν σχολάσουμε κανονικά, φύγαμε από το σχολείο και φτάσαμε στο Δικαστήριο για να παρακολουθήσουμε τη δίκη. Δεν ήταν όμως η μόνη του πινακίου της δικασίμου. Ένα τσούρμο από καλοντυμένα και φρεσκοβαμμένα κορίτσια είχαν πιάσει τις πρώτες θέσεις του ακροατηρίου…

Η παρουσία αυτών των «εργατριών του σεξ», διότι για εργαζόμενες κοπέλες του εν Πρεβέζη οίκου ανοχής επρόκειτο, μπορούσε να εξηγηθεί από το γεγονός πως πριν από τη δική «μας» δίκη θα εκδικαζόταν και μια άλλη περίεργη υπόθεση. Συγκεκριμένα, ένας δημοσιογράφος που εργαζόταν στην εφημερίδα Εθνικός Κήρυξ του Θανάση Τσόκα, υπό το επώνυμο Μπάκος, είχε παραπεμφθεί με την κατηγορία «εκμετάλλευσης πορνών».

Μάρτυρες κατηγορίας ήταν αστυνομικοί, οι οποίοι είχαν παρακολουθήσει το συγκεκριμένο πρόσωπο, που δεν ήταν Πρεβεζάνος. Κατέθεσαν πως ο Μπάκος συνήθιζε να διανυκτερεύει στον κοιτώνα της «ιεροδούλου» ‒τότε έμαθα αυτή την περισπούδαστη λέξη για τις εργάτριες αυτής της κατηγορίας‒ οπότε αυτό αποτελούσε στοιχείο εκμετάλλευσής της. Ίσως ήταν και απόδειξη για την εκμετάλευσή της, αφού αυτή μεν πλήρωνε το ενοίκιο διαμονής στο συλλογικό κοιτώνα, αυτός δε επωφελούταν οικονομικά αφού διανυκτέρευε εκεί.

Συνήγορος υπεράσπισης του Μπάκου ήταν ο Σπύρος Δήμας και μάρτυρες υπέρασπισής του η συγκεκριμένη κοπέλα και οι ομότεχνες συγκάτοικοί της, που, υποτίθεται, ήξεραν τα «τι και ποιος» του ζητήματος. Από «αγωγή του πολίτου» η παρακολούθηση της συνεδρίας μετατράπηκε, για μας τους μαθητές και τις μαθήτριες που παρακολουθούσαμε, σε θεσμική «σεξουαλική αγωγή» εν ακροατηρίω. Αναρωτιέμαι αν, λόγω του σχολικού και κρατικού αντικομμουνισμού της εποχής, αυτή η επιλογή, να βρεθούμε εκεί, αποτελούσε μια παιδαγωγική επιτυχία του γυμνασιάρχη μας, των εκπαιδευτικών μας και του συστήματος που αυτοί εκπροσωπούσαν.

Να μην πλατειάζω, λοιπόν, ο Σπύρος Δήμας με πολύ άνεση και χιούμορ (αφού μερικά πράγματα στα ζητήματα αυτά δεν είναι για να λέγονται με το όνομά τους) ανέτρεψε το κατηγορητήριο. Βασίστηκε άλλωστε στο γεγονός, πως η όποια επαγγελματική σχέση του κατηγορουμένου με την ιερόδουλη, απαιτούσε μια φυσική επαφή που για τη διάρκειά της δεν θα μπορούσε, προφανώς, να υπάρχει η σύμφωνη γνώμη της κατοπτεύουσας χωροφυλακής ή να την καθορίσει η ηθική των νοικοκυραίων μας. Άλλωστε και η κοπέλα, στη μαρτυρική της κατάθεση, δήλωσε πως ο Μπάκος ήταν παλιός φίλος και σύντροφος, που την είχε βοηθήσει τον καιρό της εγκυμοσύνης της και στη μετέπειτα ανατροφή του βρέφους θήλεος τέκνου, που έφερε στον κόσμο.

Oikos_anoxis

Ο Μπάκος λοιπόν αθωώθηκε. Αποτέλεσε για μένα και τους συμμαθητές μου μεγάλη και ευχάριστη έκπληξη. Θεωρούσαμε, εκείνη την εποχή με την παντοκρατορία τής τότε «χωροφυλακής», πως το δικαστήριο θα αποδεχόταν την εκτίμηση του οργάνου της τάξης, που τον είχε παρακολουθήσει. Όμως ο εισαγγελέας είχε αμφιβολίες. Ας πω ακόμα εδώ πως, η σχέση της πόλης με την αστυνομία και την εισαγγελία κάθε άλλο παρά καλές ήταν, σε σχέση με τη λειτουργία των «σπιτιών». Δρώντας αναίσχυντα, Δήμος, Αστυνομία και Εισαγγελία, είχαν ανεχθεί, ήδη στη φάση του Εμφύλιου, τη χωροθέτηση αυτής της δράσης, μέσα σε μια κεντρική γειτονιά κατοικίας της πόλης μας. Τη γειτονιά μου. Είκοσι τριάντα παιδιά μέναμε εκεί ολόγυρα. Ακριβώς πίσω από το μετέπειτα Β’ Δημοτικό Σχολείο…

Όσο για τις άλλες δίκες, του δημοτικού μας φορέα, που λέγαμε στην αρχή, και του «κομμουνιστοφάγου» συμμαθητή μου, έκλεισαν πολύ γρήγορα με την υποβολή της σχετικής συγγνώμης και στις δυό περιπτώσεις.

Advertisements
This entry was posted in συνεδρίαση δημοτικού συμβουλίου, σχολεία της Πρέβεζας, Πρεβεζάνοι εκπαιδευτικοί, εκπαίδευση, λαϊκό κίνημα and tagged , , , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s