ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΟ Π. ΠΑΠΑΝΟΥΤΣΟ

Από την πρώτη στιγμή αισθάνθηκα πως βρίσκομαι σε φιλόξενο περιβάλλον…

Η γενιά μου είχε τη μοναδική ευκαιρία να επικοινωνήσει με τον Παπανούτσο ‒δεκαετία ’60 λέω‒ και να δει μετά πως ο σημαντικός μας αυτός διανοούμενος και παιδαγωγός της μεταπολεμικής εποχής αναγνωρίστηκε με τα κείμενά του και ως δάσκαλος των παιδιών μας.

Ως φοιτητής στην Αθήνα μπόρεσα να τον ακούσω σε μερικές διαλέξεις του αλλά αργότερα μετάνιωσα που δεν έκανα πιο συστηματική την παρακολούθηση των ομιλιών του στο λαϊκό πανεπιστήμιο Αθήναιον που είχε ιδρύσει και διηύθυνε. Πάντως διάβαζα κάθε Πέμπτη το άρθρο του στο ΒΗΜΑ και ωφελήθηκα πολύ από εκείνα τα μικρά κείμενα. Αμέσως μετά το Πανεπιστήμιο, μαζί με φίλους, επιδοθήκαμε στην ανάγνωση των μεγάλων έργων του, της Ηθικής, της Γνωσιολογίας και της Αισθητικής.

Όταν διορίστηκα πήρα στα χέρια μου τις συλλογές με τα άρθρα καθώς και την έκδοση από τη σειρά με τις εντυπώσεις του από το ταξίδι του στην Αμερική. Ήταν ευανάγνωστα και γοητευτικά γραπτά. Το συναίσθημα «ευθύνης» που αποπνέουν, τόσο αντίθετο με τον σύγχρονο νεοελληνικό λαϊκισμό,  το έβλεπα για μένα σαν προσωπικό εκπαιδευτικό και κοινωνικό ιδεώδες στράτευσης. Φυσικά με είχαν συναρπάσει τα κείμενα για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1964-65 που περιλαμβάνονται στο βιβλίο Αγώνες και αγωνία για την παιδεία. Οι αλλαγές είχαν ήδη εισαχθεί στο σχολείο όταν είχα διοριστεί και τα ζητήματα της διακλαδικότητας που προτείνονταν με είχαν κατακτήσει.

Η κεντρική του πρόταση, όπως το είχα προσλάβει εγώ, ήταν σφαιρικότερες και βαθύτερες γνώσεις σε όλα τα παιδιά του Λυκείου, και μάλιστα από τις «απέναντι» όχθες του επιστητού και της ανθρώπινης δραστηριότητας, ανεξάρτητα από την κατεύθυνση σπουδών που θα έπαιρναν.  Ο ιμπρεσιονισμός («εμπρεσσιονισμός» κατ’ εκείνον) ήταν γι’ αυτόν και τέχνη και επιστήμη ενώ «ο Γαλιλαίος με τις μπαλίτσες του», όπως το θυμάμαι που το είχε πει, έκανε και φιλοσοφία και μηχανική. Και δεν ήταν λίγοι οι τότε συμφοιτητές μου που ως εκπαιδευτικοί  ακολούθησαν αργότερα αυτό το δρόμο, της διαθεματικότητας και της διεπιστημονικότητας. Αναφέρω χαρακτηριστικά τον Ανδρέα Κασσέτα.

Με το στρατιωτικό πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967, ο Παπανούτσος έπαψε να δημοσιεύει και εκτιμώ πως δεν θα είχε καμία συμμετοχή στη δημόσια πνευματική ζωή αφού η Χούντα πολέμησε στην πραγματικότητα, χάρη και στη διευκόλυνση των αποστατών, τα γλωσσικά, εκπαιδευτικά και φιλοσοφικά ιδεώδη που πρόβαλε εκείνος. Το καθεστώς των συνταγματαρχών και των συνεργατών τους τα βάφτιζε όλα «κομμουνισμό» έστω και αν προέρχονταν  από φιλελεύθερους κεντρώους διανοούμενους, όπως κατεξοχήν, ο Παπανούτσος.

Στο πλαίσιο αυτό −ήμαστε την Άνοιξη του 1970− και ενώ βρισκόμουν για λίγο στην Αθήνα, κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής μου θητείας, πληροφορήθηκα πως ο Οικονομικός Ταχυδρόμος δημοσίευε στο τεύχος που κυκλοφορούσε και που ήταν αφιερωμένο στα οικονομικά της εκπαίδευσης και ένα σχετικό άρθρο του Παπανούτσου. Εμένα με ενδιέφερε ιδιαίτερα το ζήτημα και θυμάμαι πως νωρίτερα, σε επίσκεψή μου στην Unesco (Παρίσι, 1968), είχα προμηθευτεί μια ογκώδη σχετική έκδοση που έχω ακόμα και είχα εν μέρει διαβάσει. Πήρα λοιπόν το τεύχος του Ο.Τ. και διάβασα με συγκίνηση το άρθρο που υπέγραφε ο Παπανούτσος. Ήταν το πρώτο με το όνομά του, μετά από χρόνια.

Με την ανάγνωση του άρθρου, μου γεννήθηκε η ιδέα πως θα μπορούσα να τον επισκεφτώ, αφού τύχαινε να είμαι στην Αθήνα, αλλά βέβαια δεν μπορούσα να φέρω στο νου μου –εκείνο τον καιρό της Χούντας− κάποιον κοινό γνωστό ή κάποια σύσταση. Αποφάσισα λοιπόν να πάω ο ίδιος στο σπίτι του, στην οδό Αναγνωστοπούλου 10, στο Κολωνάκι, και να ζητήσω να με δεχτεί, όποτε εκείνος θα ευκολυνόταν. Έτσι και έγινε. Το ίδιο απόγευμα έφτασα στην πόρτα του διαμερίσματος, χτύπησα, μου άνοιξε η σύζυγός του κυρία Ιουλία και συμφωνήσαμε για το επόμενο απόγευμα.

Το επόμενο απόγευμα έφτασα στο σπίτι και μου άνοιξε ο ίδιος κατευθύνοντάς με προς το γραφείο του, όπου καθίσαμε σε καθίσματα απέναντι από το τραπέζι του γραφείου. Από την πρώτη στιγμή αισθάνθηκα πως βρίσκομαι σε φιλόξενο περιβάλλον και αυτό μου επέτρεψε να του ανοίξω την καρδιά μου σε σχέση με το πόσο στενά τον παρακολουθούσα, πόσο δικός μου ήταν, πόσο πολύ είχα ωφεληθεί από τα έργα του και να του εκφράσω τη βαθιά εκτίμησή μου για ό,τι ήταν και ό,τι συμβόλιζε, κύρια με την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1964 με το νόμο 4379/1964. (Εγώ, την περίοδο 1966-1969, ήμουν διορισμένος φυσικός στο Λύκειο της Πρέβεζας με τριετή αναβολή πριν από τη στρατιωτική θητεία).

Του είπα πως διάβασα με συγκίνηση, πάλι, άρθρο του, μετά από τόσα χρόνια και χάρηκα πολύ. Και του ζήτησα να μου επαληθεύσει αν πράγματι ήταν το πρώτο ή απλά δεν είχα δει κάποιο. Η κουβέντα μας πέρασε αμέσως σε συγκεκριμένα ζητήματα και λυπάμαι που δεν είχα κρατήσει ακριβείς σημειώσεις, οπότε έχω συγκρατήσει τα περισσότερο διαδυνδεδεμένα ζητήματα της συζήτησης. Θα υπήρξαν βέβαια –στην τόσο ζεστή και εντυπωσιακά φυσική συνομιλία μας− και πολλά άλλα στοιχεία που, αν τα θυμόμουνα, θα άξιζε να τα αναφέρω.

Με ρώτησε με τι ασχολούμαι εκείνον τον καιρό και του είπα πως προετοιμάζομαι για μεταπτυχιακό, μετά το στρατιωτικό, και πως έχω κατευθυνθεί προς τη μελέτη της Θεωρίας της Σχετικότητας. (Πριν τελειώσω την τριετή αναβολή είχα τύχει τρίμηνης υποτροφίας στο CERN στη Γενεύη, από όπου μου είχαν προτείνει σχετική βιβλιογραφία για τους επιταχυντήρες σωματιδίων, αλλά δεν είχα καταφέρει να πάω, λόγω στρατιωτικού). Του ανέφερα, μάλιστα, πως με τις σημειώσεις μου από το διάβασμα, ετοιμάζω και μια μικρή έκδοση με «Θέματα Ρελατιβιστικής Φυσικής» που είναι προσιτά σε εκπαιδευτικούς και θα αποτελεί μια πρόταση για συμπλήρωση και αναβάθμιση του προγράμματος φυσικής. Με συνεχάρη και μου εξομολογήθηκε με σεμνότητα πως, αν δεν είχε εγκαταλείψει την προσπάθεια (μεταπτυχιακός στη Γερμανία, όταν ήταν) για παρακολούθηση ανωτέρων μαθηματικών, που τα χρειαζόταν και για τη Φιλοσοφία, θα ήταν επαρκέστερος να διαβάσει και το δικό μου πόνημα όταν θα έβγαινε. Πολύ κολακευτικό. Χαμογέλασα.

Μετά συνεχίσαμε για τις μεταπτυχιακές σπουδές και εγώ αναφέρθηκα στο βιβλίο του με τις εντυπώσεις του από την Αμερική και τα εκεί Πανεπιστήμια. Του είπα πως είχαμε πολλούς συγγενείς στις ΗΠΑ αλλά εγώ είχα επιλέξει Γαλλία (και πράγματι σε λίγο καιρό μπήκα σε διαδικασία χορήγησης υποτροφίας που πήρα, για σπουδές στο Παρίσι και μάλιστα πάλι στους επιταχυντήρες σωματιδίων στο CEN Saclay). Του είπα ειλικρινά πως, μετά τη δολοφονία του Κένεντι, στη γενιά μας είχε γεννηθεί ένα αντιαμερικανικό συναίσθημα.

Άρχισε να μου μιλάει αναλυτικά για την εικόνα που είχε ο ίδιος για την Αμερική, σύμφωνα και με την πρόσφατη σχετικά επίσκεψή του. Μου είπε για μια συνάντηση, από τις πολλές που είχε με φοιτητές αμερικανικών πανεπιστημίων, με τους οποίους έπιασε συζήτηση για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και για το πώς είχαν μεταφερθεί μερικά πράγματα στον εκεί κόσμο της επιστήμης και της διανόησης. Μια φοιτήτρια, με διαφορετική κοινωνική ιδεολογία, σαν να τον ειρωνεύτηκε, όταν τους ανέπτυσσε πως, πολύ απλά, η μεταρρύθμιση επιχειρούσε να εισαγάγει τη σύγχρονη γλώσσα και λογοτεχνία στο ελληνικό σχολείο. Ποιο ήταν το κοινωνικό κακό;

Really, Doctor Papanoutsos? Του είπε η κοπέλα, με ειρωνικό χαμόγελο, αφού και εκείνη θα είχε ακούσει (στην Αμερική!) όσα ακούγαμε κι εμείς από σοβαρούς ανθρώπους για τους κινδύνους που διέτρεχε η Ελλάδα και ο Δυτικός Κόσμος (!) με τον Παπανούτσο και τη Δημοτική. («Παπανούτσος είσαι ρε»; μας έλεγαν στο στρατό). Ωστόσο, συνέχισε ο εκλεκτός συνομιλητής μου, είναι υπερβολή να πιστέψουμε πως αυτό είναι η Αμερική. «Η Αμερική του Πανεπιστήμιου είναι κάτι αδιαμφισβήτητα θετικό και αξιοζήλευτο. Σας συμβουλεύω, εφόσον μπορέσετε, να πάτε. Να το επιδιώξετε.» Ας πω βιαστικά πως σε μετέπειτα ταξίδια μου, σε συνέδρια και δικές μου επιτόπιες έρευνες ανθρωπογεωγραφίας, γοητεύτηκα από την Αμερική.

Μετά, η κουβέντα κατευθύνθηκε προς τη Διεπιστημονικότητα. Του είπα πόσο πολύ με κινητοποιούσαν ως εκπαιδευτικό οι θέσεις του για πολυκλαδική παιδαγωγική, που κι εγώ υπηρέτησα αργότερα στρεφόμενος από τη Φυσική (στο πτυχίο μου) προς την Ανθρωπογεωγραφία και τη Γλωσσολογία (στα μεταπτυχιακά μου, στη Γαλλία) και με τη διδασκαλία μου στο Πανεπιστήμιο. Μου ανέφερε, αναπτύσσοντας θέσεις για την αξία του διακλαδικού πνεύματος, που είχε αρχίσει πια να διαδίδεται και στη χώρα μας, το συγγραφέα Αθανάσιο Νάσιουτζικ που είχε γίνει τότε γνωστός και στον κύκλο των συναδέλφων φυσικών με τον πρωτότυπο διεπιστημονικό τίτλο του Φυσική και Άνθρωπος. Άλλωστε, χημικός ο ίδιος και φιλόδοξος λογοτέχνης, έγραφε και εκείνος τακτικά διεπιστημονικές επιφυλλίδες στο ΒΗΜΑ που παρακολουθούσα. Του εξέφρασα την απορία μου για το περίεργο επώνυμό του, «Νάσιουτζικ», και μου εξήγησε πως συνηθίζεται στα Βόρεια της χώρας ως υποκοριστικό, «δηλαδή Θανασάκης», μου είπε χαμογελαστά. Έκλεισε το ζήτημα συνιστώντας μου να διαβάζω τον Νάσιουτζικ, γιατί θα ωφεληθώ στα ενδιαφέροντά μου.

Μιλήσαμε και για το γλωσσικό, αλλά δεν θυμάμαι σε ποια φάση της συζήτησης και με ποια ευκαιρία πάνω στην κουβέντα. Για όποιον έχει παρακολουθήσει τις περιπέτειες του γλωσσικού δεν είναι άγνωστο το πόσο κακό – εθνικώς ύποπτον! – ήταν τότε να πει κανείς, για παράδειγμα στο σχολείο «της συζήτησης» αντί «της συζητήσεως». Τον ερώτησα «πώς αντιμετωπίζουμε τη γενική πτώση» στην ομιλία και τη γραφή. Θυμήθηκα μάλιστα τις συζητήσεις που κάναμε, φοιτητές ακόμα, μετά από μια διάλεξή του, όπου εκείνος αντί για «της Αναγέννησης» ή «της Αναγεννήσεως» είχε πει, στα γαλλικά, «της Ρενεσάνς» (της Renaissance) και αναρωτηθήκαμε κατά πόσο είχε σκόπιμα αποφύγει να χρησιμοποιήσει κάποιον τύπο για να μη δώσει λαβή καταφεύγοντας στα γαλλικά. Γιατί δεν είπε καθαρά το δημοτικίστικο «της Αναγέννησης»;

Φυσικά δεν έθεσα τέτοιο ζήτημα και τον άκουσα να μου αναλύει με ψυχραιμία πως η γενική πτώση εμφανίζεται πιο συχνά όταν εμμένουμε στην καθαρευουσιάνικη σύνταξη και στα καθαρευουσιάνικα σχήματα, αλλιώς η έκφραση απλοποιείται από μόνη της: Το «Υπό της Κυβερνήσεως ανεκοινώθη…» γίνεται «Η Κυβέρνηση ανακοίνωσε…» και όχι «Υπό της Κυβέρνησης ανεκοινώθη…».  Και πραγματικά βλέπω στα δικά του κείμενα πόσο αχρείαστες είναι αυτές οι σουσουδίστικες εκφράσεις ενώ πολύ αργότερα κατάλαβα πως η γενική πτώση λειτουργεί σήμερα στη γλώσσα μας σαν δούρειος ίππος της καθαρεύουσας με τη βοήθεια της υποχρεωτικής επιφανειακής αρχαιογνωσίας.

Στη μνήμη του μεγάλου μας εκπαιδευτικού Ε.Π.Π. (1900-1982).

Γιάννης Ρέντζος

Advertisements
This entry was posted in Πρεβεζάνοι εκπαιδευτικοί, γλώσσα, διαθεματικότητα, διεπιστημονικότητα, εκπαίδευση and tagged , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s